Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

inner plate


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο inner παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: plate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inner adj (inside part)εσωτερικός επίθ
 The inner part of the house was full of collectible items.
 Το εσωτερικό μέρος του σπιτιού ήταν γεμάτο με συλλεκτικά αντικείμενα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
inner adj (spiritual, emotional)εσωτερικός επίθ
  ψυχικός
 The monk went to the desert in search of inner calm.
inner adj (more obscure) (μεταφορικά)βαθύτερος επίθ
 The inner meaning of the sermon was lost on the congregation.
inner adj (more exclusive)που είναι για λίγους περίφρ
  που είναι για τους μυημένους περίφρ
  κλειστός επίθ
 Kate was a part of the club's inner set.
inner adj (more centered ring)εσωτερικός επίθ
 Larry's shot hit the inner red ring.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
inner beauty n (attractive personality)εσωτερική ομορφιά επίθ + ουσ θηλ
 She may not be the best-looking girl, but at least she has inner beauty.
inner child n (childlike part of psyche) (εσωτερικός κόσμος)το παιδί μέσα μου έκφρ
inner child n figurative, informal (sense of playfulness)το παιδί μέσα μου εκφρ
 My inner child wants to do coloring in all day, but I have to go to work.
inner circle n (close friends)στενό φιλικό περιβάλλον φρ ως ουσ ουδ
  στενός κύκλος φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Στην καθομιλουμένη είναι πιο πιθανό να λέγαμε «Είναι ένας από τους στενούς φίλους μου».
 He's part of my inner circle.
inner circle n (elite group) (μεταφορικά)στενό περιβάλλον επίθ + ουσ ουδ
 Only those in the leader's inner circle exercise real power.
inner city n (low-income city district)κέντρο ουσ ουδ
Σχόλιο: Αναφέρεται σε υποβαθμισμένο κέντρο πόλης.
 Schools in inner cities are often blighted by violence and low academic achievement.
 Τα σχολεία του κέντρου συνήθως πλήττονται από βία και χαμηλές ακαδημαϊκές αποδόσεις.
inner city n (central part of town)κέντρο ουσ ουδ
  κέντρο πόλης φρ ως ουσ ουδ
inner city n as adj (downtown)του κέντρου περίφρ
  κεντρικός επίθ
inner-city adj (of low-income city district)από υποβαθμισμένη περιοχή περίφρ
  (για περιοχή)υποβαθμισμένος επίθ
  φτωχο- πρόθημα
inner door n (interior door)εσωτερική πόρτα έκφρ
 The inner door of this room has not been painted yet.
inner ear n (anatomy: transmits sound to brain) (ανατομία)έσω ους έκφρ
 Years of boxing have caused extensive damage to his inner ear.
inner peace n (serenity)εσωτερική ηρεμία, εσωτερική γαλήνη επίθ + ουσ θηλ
inner planet (astronomy)εσωτερικός πλανήτης επίθ + ουσ αρσ
inner poise n (composure)εσωτερική ισορροπία επίθ + ουσ θηλ
inner sanctum n (private place) (μεταφορικά)άδυτο ουσ ουδ
  ενδότερα ουσ ουδ πλ
inner self n (spiritual and emotional part of [sb])εσωτερικός εαυτός επίθ + ουσ αρσ
 Meditation can help you find your inner self.
inner strength n (psychological stamina)εσωτερική δύναμη επίθ + ουσ θηλ
inner thoughts npl (what [sb] is thinking)σκέψεις ουσ θηλ πλ
  (πολύ προσωπικές, κρυφές)μύχιες σκέψεις επίθ + ουσ θηλ πλ
  (καθομιλουμένη)εσώψυχα ουσ ουδ πλ
inner tube n (rubber tubing in tyre)σαμπρέλα ελαστικού ουσ θηλ
 Some cyclists carry a spare inner tube with them in case they get a puncture.
inner wear n (undergarments)εσώρουχα ουσ ουδ πλ
inner wing n UK (side panel of a car) (μεταφορικά: αυτοκίνητο)φτερό ουσ ουδ
inner workings n (organization: internal affairs)εσωτερικές λειτουργίες επίθ + ουσ θηλ πλ
  εσωτερικές υποθέσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση inner plate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «inner plate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!